Spyware: Πώς κυβερνητικά λογισμικά «χακάρουν» πολίτες - «Απειλή για τη δημοκρατία και τις εκλογές»
Αναφέρεται πως η έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας έχει συμβάλει σημαντικά στη χρήση της τεχνολογίας από τις κυβερνήσεις χωρίς τον φόβο συνεπειών.
Για πάνω από μια δεκαετία, οι κατασκευαστές κυβερνητικών λογισμικών κατασκοπείας υπερασπίζεται πως η συγκεκριμένη τεχνολογία προορίζεται μόνο εναντίον σοβαρών εγκληματιών και τρομοκρατών και μονάχα σε περιορισμένες περιπτώσεις.
Ωστόσο, στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί από δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, περιπτώσεις που έχουν τεκμηριώσει κατάχρησης λογισμικού κατασκοπείας δείχνουν ότι κανένα από τα επιχειρήματα δεν είναι αληθές, όπως αναφέρει δημοσίευμα του techcrunch.com.
«Έχουμε δει κυβερνήσεις να κατασκοπεύουν ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων»
Δημοσιογράφοι, ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικοί έχουν επανειλημμένα στοχοποιηθεί τόσο σε αυταρχικά όσο και σε «δημοκρατικά» καθεστώτα. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ένας σύμβουλος που εργάζεται για αριστερούς πολιτικούς στην Ιταλία, ο οποίος αποδείχθηκε ως επιβεβαιωμένο θύμα του λογισμικού κατασκοπείας Paragon.
Αυτή η τελευταία υπόθεση δείχνει ότι το λογισμικό κατασκοπείας αναπτύσσεται πέρα από το εύρος των πραγματικά «περιορισμένων» καταστάσεων.
«Νομίζω ότι υπάρχει κάποια παρανόηση πως, αν κάποιος στοχοποιηθεί, είναι “Δημόσιος Εχθρός Νο1”», δήλωσε η Eva Galperin, διευθύντρια κυβερνοασφάλειας στο Electronic Frontier Foundation (EFF), η οποία μελετά το spyware εδώ και χρόνια.
«Στην πραγματικότητα, επειδή η στόχευση κάποιου είναι εύκολη υπόθεση, έχουμε δει κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν κακόβουλο λογισμικό παρακολούθησης για να κατασκοπεύουν ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων σχετικά μικρών πολιτικών αντιπάλων, ακτιβιστών και δημοσιογράφων», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Πως στοχεύουν τους πολίτες οι κυβερνήσεις
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που εξηγούν γιατί το spyware συχνά καταλήγει στις συσκευές ανθρώπων που, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να γίνονται στόχος.
Η πρώτη εξήγηση έγκειται στον τρόπο λειτουργίας των συγκεκριμένων λογισμικών. Κατά κανόνα, όταν μια κρατική υπηρεσία αγοράζει spyware από έναν προμηθευτή - όπως η NSO Group, η Paragon και άλλοι - ο «πελάτης» πληρώνει ένα εφάπαξ ποσό για να αποκτήσει την τεχνολογία και στη συνέχεια μειώνει τα πρόσθετα τέλη για μελλοντικές ενημερώσεις λογισμικού και τεχνική υποστήριξη. Το προκαταβολικό τέλος, ωστόσο, επικαθορίζεται από το πόσους στόχους μπορεί να κατασκοπεύσει η κυβερνητική υπηρεσία ανά πάσα στιγμή. Όσο περισσότεροι στόχοι, τόσο υψηλότερη είναι η τιμή.
Η παροχή, λοιπόν, τόσο μεγάλου αριθμού ταυτόχρονων παρακολουθήσεων, σε χώρες που δεν... φημίζονται για την δημοκρατικότητά τους σχεδόν εγγυείται πως οι κυβερνήσεις θα στοχεύουν πολύ περισσότερους ανθρώπους εκτός του πεδίου εφαρμογής μόνο των εγκληματιών και των τρομοκρατών.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Μαρόκο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, που έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένης να στοχεύουν δημοσιογράφους και ακτιβιστές.
Έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας
Ένας άλλος λόγος για τον υψηλό αριθμό καταχρήσεων, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι ότι το spyware - όπως το Pegasus της NSO ή το Graphite της Paragon - καθιστά εξαιρετικά εύκολο για τους κυβερνητικούς πελάτες να στοχεύσουν με επιτυχία όποιον θέλουν. Στην πράξη, αυτά τα συστήματα είναι ουσιαστικά κονσόλες όπου η αστυνομία ή οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι πληκτρολογούν έναν αριθμό τηλεφώνου και τα υπόλοιπα συμβαίνουν... στο παρασκήνιο.
Ο Τζον Σκοτ-Ρέιλτον, ανώτερος ερευνητής στο The Citizen Lab, ο οποίος έχει ερευνήσει το φαινόμενο, εξήγησε ότι το κυβερνητικό spyware φέρει έναν «τεράστιο πειρασμό κατάχρησης» για τους κυβερνητικούς πελάτες πρόσθεσε, μάλιστα, πως αυτό θα «πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη δημοκρατία και τις εκλογές. Γιατί είναι».
Επιπλέον, η γενική έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας έχει επίσης συμβάλει στη χρήση αυτής της εξελιγμένης τεχνολογίας επιτήρησης από τις κυβερνήσεις χωρίς τον φόβο συνεπειών.
«Το γεγονός ότι έχουμε δει στοχοποίηση σχετικά μικρών ψαριών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, επειδή αντικατοπτρίζει τη σχετική ατιμωρησία που αισθάνεται η κυβέρνηση στην ανάπτυξη αυτού του εξαιρετικά επεμβατικού spyware εναντίον αντιπάλων», δήλωσε η Galperin.
Οι εξελίξεις
Ωστόσο το ζήτημα έχοντας λάβει τεράστιες διαστάσεις ανάγκασε αρκετές χώρες να το διερευνήσουν. Συγκεκριμένα οι εξελίξεις αφορούν:
- Η Paragon διέκοψε δημοσίως τη συνεργασία της με την ιταλική κυβέρνηση, ύστερα από καταγγελίες για κατάχρηση.
- Η NSO Group ανακοίνωσε ότι έχει αποκόψει δέκα κυβερνητικούς πελάτες που παραβίασαν τους όρους χρήσης.
- Η Ελλάδα και η Πολωνία έχουν ξεκινήσει έρευνες για καταχρήσεις spyware.
- Οι ΗΠΑ, επί προεδρίας Μπάιντεν, επέβαλαν κυρώσεις σε εταιρείες όπως οι Cytrox, Intellexa και NSO, ενώ η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ηγούνται μιας διεθνούς προσπάθειας για να περιοριστεί η αγορά του spyware.
Κλείνοντας, αποτελεί πραγματικό ερώτημα το κατά πόσο αυτή η παγκόσμια βιομηχανία κυβερνητικής παρακολούθησης μπορεί να περιοριστεί την ίδια ώρα που η αξία της αποτιμάται σε πολλά δισεκατομμύρια δολάρια. Άλλωστε, οι «πελάτες» που έχουν... αχόρταγη όρεξη για ελέγχους και μηδενικό φόβο για συνέπειες θα συνεχίσουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο να το χρηματοδοτούν.